-->

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Τζεφέρη Πέτρου: Η αδειοδότηση της εξορυκτικής δραστηριότητας στον τόπο μας


Καταρχάς ας δούμε σε γενικές γραμμές ποιος αδειοδοτεί τις εξορυκτικές δραστηριότητες. Στα πλαίσια της αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων τα τελευταία χρόνια, ένα σύνολο από αρμοδιότητες έχουν μεταφερθεί στις "Αυτοδιοικητικές μονάδες" της Περιφέρειας (τέως Νομαρχίες και Περιφέρειες της Χώρας και μετά τον Ν. 3852/2010 (Καλλικράτης) στον αιρετό Περιφερειάρχη καθώς και στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης) ενώ άλλες διατηρούνται σε κεντρικό επίπεδο και ασκούνται από το ΥΠΕΚΑ (υπηρεσίες του τέως ΥΠΑΝ).

Για παράδειγμα, η αδειοδότηση των λατομείων αδρανών και ο καθορισμός λατομικών περιοχών   γίνεται από τον (αιρετό) Περιφερειάρχη ενώ η αδειοδότηση λατομείων μαρμάρων και βιομηχανικών ορυκτών πραγματοποιείται για μεν τα λατομεία μαρμάρων από τις Επιθεωρήσεις Μεταλλείων (υπηρεσίες του ΥΠΕΚΑ που ασκούν τον έλεγχο για την ασφάλεια και ορθολογική εκμετάλλευση) για δε τα βιομηχανικά ορυκτά από τη Γενική Διεύθυνση Φυσικού Πλούτου (ΓΔΦΠ) του ΥΠΕΚΑ. Από την ΓΔΦΠ γίνεται και η έγκριση των τεχνικών μελετών για τους λατομικούς και μεταλλευτικούς χώρους.

Στα μεταλλεία δεν υφίσταται  «άδεια εκμετάλλευσης μεταλλείων» και η έναρξη εργασιών αποφασίζεται με τη λήψη της «απόφασης έγκρισης τεχνικής μελέτης» (από την κεντρική υπηρεσία του ΥΠΕΚΑ) αφού πρώτα εκδοθούν η ΚΥΑ ΕΠΟ από την  Γεν. Δ/νση Περιβάλλοντος ΥΠΕΚΑ και η Απόφαση Εγκρισης Επέμβασης (από την οικεία  Αποκεντρωμένη Διοίκηση πλην περιφέρειας Αττικής) προκειμένου περί δασικής έκτασης.

Επίσης η περιβαλλοντική αδειοδότηση (Υποβολή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και Εγκριση Περιβαλλοντικών Ορων (ΕΠΟ)) έχει σε μεγάλο βαθμό μεταφερθεί στις Περιφερειακές υπηρεσίες (Περιφέρεια και Α.Δ) και μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (πχ. μεταλλεία, υπόγεια ορυχεία, λατομεία για τσιμεντοβιομηχανία κλπ. ή όταν ο αιτούμενος χώρος βρίσκεται εντός προστατευόμενης περιοχής πχ. NATURA 2000), τότε αρμόδια αρχή αδειοδότησης είναι η Γενική Δ/νση Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ. δηλ. η κεντρική υπηρεσία περιβαλλοντικής αδειοδότησης του ΥΠΕΚΑ.


Τέλος, μετά τον Ν. 3852/2010, η διαχείριση των δημόσιων λατομείων πχ. η υπογραφή των συμβάσεων μίσθωσης των δημόσιων λατομικών χώρων που γίνονταν από τον πρώην Γεν. Γραμματέα της αντίστοιχης Περιφέρειας σύμφωνα με τους Ν.2218/1994 και 2503/1997, καθώς και ένα σύνολο από πρόσθετες αρμοδιότητες, μεταβιβάζονται πλέον στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης (άρθρα 6, 280 και 283 παρ.3 Ν.3852/2010).

Για την χορήγηση των υπολοίπων αδειοδοτήσεων ή εγκρίσεων ή υποστηρικτικών μελετών που απαιτούνται κατά περίπτωση (πχ. σε περίπτωση δασικής έκτασης απαιτείται «έγκριση επέμβασης») αρμόδιες είναι διάφορες υπηρεσίες (πχ. κατά τόπους Δασαρχεία, Δ/νση Προστασίας Δασών και Φυσικού Πλούτου ΥΠΕΚΑ κλπ.)

Υπάρχουν πολλά «shops» λοιπόν το οποία δυστυχώς δεν λειτουργούν παράλληλα ώστε να συντέμνεται ο χρόνος εξυπηρέτησης του πολίτη και εκτός από αυτό, υπάρχει ακόμη και μεγάλη «διάχυση» της ευθύνης. Επιπλέον και παρά το οφθαλμοφανές πλεονέκτημα ότι με την αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, οι τοπικές κοινωνίες θα έχουν τη δυνατότητα αλλά και την αρμοδιότητα να επιλαμβάνονται οι ίδιες με άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο όλων των σχετικών προβλημάτων της περιοχής τους, αυτό δεν έχει αποδειχθεί στην πράξη.
  • Για παράδειγμα, ενώ οι άδειες βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων δίνονται από υπηρεσίες του ΥΠΕΚΑ, ο «φάκελος» συμπληρώνεται από την «περιφερειακή υπηρεσία» στην οποία κατατίθεται και το αίτημα. Αποτέλεσμα, είναι είτε ο φάκελος να «έρχεται» στην κεντρική υπηρεσία σχετικά σύντομα μεν αλλά ανενημέρωτος και ελειπής είτε να αναμένονται 3-4 ή και παραπάνω χρόνια για την συμπλήρωσή του, χωρίς μάλιστα να μπορεί κανείς να εντοπίσει που ακριβώς υπάρχει ευθύνη ώστε να την καταλογίσει ατομικά και με ακρίβεια.
  • Επίσης, το παράδειγμα, από τον τρόπο άσκησης μιας αρμοδιότητας, της αδειοδότησης των λατομείων αδρανών υλικών που έχει ήδη μεταφερθεί, όπως προαναφέρθηκε, στις αρμόδιες κατά τόπους Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις (νυν Περιφέρειες), είναι αρκετά εύγλωττο. Είναι γνωστά σε όλους τα προβλήματα «νομιμότητας» των πράξεων της τοπικής αποκεντρωμένης διοίκησης, τα οποία συχνά αναγκάζουν του θιγόμενους πολίτες να καταφεύγουν εκ νέου στην κεντρική διοίκηση κάνοντας προσφυγές κλπ με αποτέλεσμα αντί για αποκέντρωση να δημιουργείται μεγαλύτερη συγκέντρωση και ο φαύλος κύκλος επαναλαμβάνεται.
Δυστυχώς, το περίφημο όραμα για “one stop shop” έχει εκφυλιστεί σε “one more shop” και το μέχρι πρότινος γνωστό αυτοδιοικητικό τρίγωνο Περιφέρεια-Νομαρχία-Δήμος παρά την προφανή αναγκαιότητά του δεν κατέστη δυνατόν να λειτουργήσει αποτελεσματικά τουλάχιστον στον εξορυκτικό τομέα. Η αποκέντρωση του Κράτους και η αποσυγκέντρωση της γραφειοκρατικής εξουσίας απαιτεί ταυτόχρονα ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς για την διαφάνεια και την αξιοπιστία του συστήματος αλλά και θεσμική οικονομική αυτοτέλεια. Διαφορετικά η απλή μεταφορά εξουσιών και αρμοδιοτήτων, δεν αποτρέπει την λειτουργία των παράκεντρων των τοπικών συμφερόντων και τελικά οδηγεί στην κακοδιοίκηση και στη διαφθορά.

Γενική Διεύθυνση Ορυκτού Πλούτου: One Stop Stop για την εξορυκτική δραστηριότητα