-->

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της εξoρυκτικής δραστηριότητας

[του Πέτρου Τζεφέρη][by Tzeferis Peter]

Η εξορυκτική είναι κατεξοχήν παρεμβατική δραστηριότητα προς το περιβάλλον, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν βιομηχανικά ορυκτά και πετρώματα που χρησιμοποιούνται στην υπηρεσία της προστασίας του περιβάλλοντος («πράσινα» ορυκτά).

Λέγοντας «ναι στο περιβάλλον και ναι στην ανάπτυξη» έχουμε κάνει μια μεγάλη υπέρβαση. Αλλά και έναν μεγάλο συμβιβασμό ταυτόχρονα. Ο συμβιβασμός αυτός έχει περιβαλλοντικό κόστος. Και πρέπει να είμαστε έτοιμοι να το αναλάβουμε. Αλλά στην πράξη αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να μην χρησιμοποιούμε τακτικές «άσπρου μαύρου» και να μην θεωρούμε καμία δραστηριότητα  «εκ προοιμνίου» ούτε δεδομένη αλλά ούτε και  καταδικασμένη.

Η μεταλλευτική δραστηριότητα, όπως και κάθε άλλη αναπτυξιακή δραστηριότητα, αποτελεί μια  δυνατότητα, όχι δεδομένη, αλλά που θα πρέπει να εξεταστεί με σοβαρότητα στα πλαίσια της βιώσιμης ανάπτυξης και της περιβαλλοντικής ευθύνης. Χωρίς συμψηφισμούς αλλά και χωρίς προκαταλήψεις.

Η εξορυκτική δραστηριότητα είναι εξαιρετικά ευάλωτη στην περιβαλλοντική υποκριτική «καραμέλα», στην «επίφαση» του περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, στην δημοσιογραφική υπερβολή και στον τηλεοπτικό ή/και ιντερνετικό φαρισαϊσμό. Στην μόδα με το οικολογικό περίβλημα.. Στη μόδα που χρησιμοποιείται σήμερα για να πουλήσει πράσινα προϊόντα, για να αναδείξει και να γκρεμίσει ανθρώπινα προφίλ, καταστάσεις, think green, act green, be green…

Η εξορυκτική δραστηριότητα δεν είναι a priori επικίνδυνη ούτε a priori περιβαλλοντικά ασύμφορη. Ο τομέας έχει ορατό περιβαλλοντικό αποτύπωμα μέσα στο φυσικό περιβάλλον, ειδικότερα στην περίπτωση των υπαίθριων εκμεταλλεύσεων (open pit), εντούτοις η αναμενόμενη «βλάβη» είναι- υπό προϋποθέσεις- περιορισμένη και είναι δυνατόν να ελεχθεί, να βελτιωθεί ή να ελαττωθεί, ακόμη και να εξουδετερωθεί ("αποκατάσταση").
Τα υπόγεια έργα είναι σε καλύτερη θέση μη αφήνοντας ορατές πληγές και επιφανειακές αλλοιώσεις στη γεωμορφολογία του τοπίου, εντούτοις υπάρχουν κι εδώ τα στείρα από την εξόρυξη που αποτίθενται στην επιφανεια και τα οποία είναι κατά κανόνα πολλαπλασίου όγκου λόγω του επιπλήσματος.  Επιπλέον, οι μονάδες εμπλουτισμού των μεταλλευμάτων καθώς και οι μεταλλουργίες με τα απαέρια, τις σκουριές αλλά και τα υγρά απόβλητα στην περίπτωση της υδρομεταλλουργίας αποτελούν πηγές ρύπανσης του εδάφους.  Οι  όξινες απορροές των μεταλλείων ή η σταδιακή μεταφορά τοξικών μετάλλων από τους σωρούς των στείρων ενός μεταλλείου ή τα απορρίματα των εργοστασίων εμπλουτισμού έρχονται να συμπληρώσουν το παζλ των ρύπων.  Το κεφάλαιο της  διαχείρισης των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας και των μονάδων επεξεργασίας των μεταλλευτικών προϊόντων (πχ. εμπλουτισμός, μεταλλουργία) είναι μεγάλο και κάθε μέρα βελτιώνεται, εντούτοις πάντα υπάρχει πεδίο αναφοράς στις επεμβάσεις/αλλοιώσεις που προξενούν οι μεταλλευτικές δραστηριότητες κυρίως στο τοπίο και το έδαφος.
Θα πρέπει στην ανάλυση «κόστους-ωφέλους» να μπουν όλα τα δεδομένα σε όλες τους τις διαστάσεις: τεχνικά, οικονομικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά. Κι ακόμη να διασφαλιστεί η «αρχή της προφύλαξης», βασική αρχή του κοινοτικού δικαίου, υπέρ του πολίτη σε μια βάση το δυνατόν συναινετική που δεν θα αφαιρεί όμως το δικαίωμα της «ανάπτυξης».

Θα πρέπει η στάθμιση αφενός της εκτιμώμενης περιβαλλοντικής βλάβης και αφετέρου της εκτιμώμενης εθνικής ωφέλειας, να οδηγεί σε συγκερασμό τους κατά τρόπο που θα διασφαλίζει τη «βιώσιμη ανάπτυξη», όπως επιτάσσει ο συντακτικός νομοθέτης και έχει δεχθεί η νομολογία του ΣτΕ σε πολλές περιπτώσεις.

Χρειάζονται ορθολογικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες απόψεις από τους φορείς που είναι εξουσιοδοτημένοι γι’ αυτό, ρεαλιστικές και "βέλτιστες" τεχνικές και διαδικασίες, καλές υπηρεσίες από την πολιτεία και προοπτικές για περιβαλλοντική παιδεία, η οποία θα επιτρέψει την διαχρονική εφαρμογή τους στις επόμενες γενιές.