-->

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

H διάκριση των ορυκτών πρώτων υλών σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία

Η μεταλλειοκτησία είναι αυτοτελές εμπράγματο δικαίωμα,
διακεκριμένο από την εδαφοκτησία
Σύμφωνα με την Ελληνική μεταλλευτική νομοθεσία τα ορυκτά διακρίνονται σε λατομικά ορυκτά και σε μεταλλεύματα.

Τα λατομικά ορυκτά χωρίζονται σε επιπλέον 3 κατηγορίες : α) τα αδρανή υλικά, β) μάρμαρα, σχιστολιθικές πλάκες και λοιπά διακοσμητικά πετρώματα και γ) τα βιομηχανικά ορυκτά.

Μεταλλεύματα ή Μεταλλευτικά ορυκτά, είναι τα μέταλλα και οι ενώσεις τους, τα ραδιενεργά και ενεργειακά ορυκτά, οι πολύτιμοι λίθοι, το θειάφι, ο τάλκης, ο φθορίτης,ο αμίαντος, οι άστριοι, το ορυκτό αλάτι, το αέριο ήλιο, τα γηγενή αέρια , τα φυσικά λιπάσματα κ.ά.

Η διάκριση αυτή είναι καθαρά νομική - συμβατική - και δεν βασίζεται πάντα σε επιστημονικά δεδομένα αλλά σε οικονομικά κυρίως κριτήρια. Για παράδειγμα πολλά ορυκτά όπως ο τάλκης, ο φθορίτης, ο αμίαντος, οι άστριοι ο λευκόλιθος τα οποία επιστημονικά αλλά και από πλευράς χρήσεών τους θεωρούνται ως γνωστό βιομηχανικά ορυκτά ο νομοθέτης σταθμίζοντας την οικονομική τους σημασία αλλά και την παράδοση τα κατέταξε στα μεταλλεύματα.

Διάκριση των Ο.Π.Υ κατά την 
Ελληνική νομοθεσία (www.orykta.gr)
Με τον τρόπο αυτό λατομικά ορυκτά μπορεί να χαρακτηρισθούν μεταλλεύματα εφόσον από αυτά μπορούν να αποληφθούν με εφαρμογή μηχανικών ή χημικών ή μεταλλουργικών μεθόδων μεταλλεύματα και να αποτελέσουν αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης (πχ. οι βιτουμενιούχοι σχιστόλιθοι κλπ ).

Τα λατομικά ορυκτά ανήκουν στον ιδιοκτήτη του εδάφους, ο οποίος δικαιούται αποκλειστικά να τα ερευνά και εκμεταλλεύεται με τις προϋποθέσεις και περιορισμούς της λατομικής νομοθεσίας, που απαιτεί τη λήψη ειδικής αδείας, που χορηγείται εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν προκαλούνται προβλήματα και οχλήσεις σε περιοίκους, αρχαιολογικούς χώρους, κτίσματα οικισμούς, δημόσια έργα και περιβάλλον και εφόσον υποβληθούν και αξιολογηθούν ειδικές τεχνικές και περιβαλλοντικές μελέτες.

Αντίθετα το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης μεταλλευμάτων δεν ανήκει στον ιδιοκτήτη του εδάφους αλλά είτε ανήκει στο δημόσιο και εκμισθώνεται ή στις περισσότερες περιπτώσεις παραχωρείται τελικά, με Προεδρικό διάταγμα, με το οποίο συνιστάται το δικαίωμα κυριότητος επί μεταλλείου ή δικαίωμα μεταλλειοκτησίας.

Το δικαίωμα μεταλλειοκτησίας  είναι ένα εμπράγματο δικαίωμα το οποίο ρυθμίζεται με το Ν.Δ. 210/73 (άρθρο 65) περί μεταλλευτικού κώδικα και είναι  είναι διαφορετικό από την κυριότητα επάνω στο έδαφος.

Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα (Α.Κ.), άρθρο 1001, «Η κυριότητα πάνω σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος. .....». Έτσι η κυριότητα στο ακίνητο αντί να εκτείνεται αδιακρίτως και κάτω από το έδαφος, εκτείνεται, με βάση ειδικό νόμο, μόνο στα λατομικά ορυκτά. Για τα μεταλλευτικά ορυκτά , δηλαδή την εξόρυξη και την εκμετάλλευση αυτών, υπάρχει χωριστό δικαίωμα, το δικαίωμα μεταλλειοκτησίας. Το δικαίωμα της μεταλλειοκτησίας ως προς ορισμένα μεταλλευτικά ορυκτά ανήκει στο Κράτος, το οποίο μπορεί να το παραχωρεί σε ιδιώτες για ορισμένο χρόνο. Το τυχόν παραχωρημένο σε ιδιώτες δικαίωμα της μεταλλειοκτησίας μεταβιβάζεται αλλά και κληρονομείται.

Στο δημόσιο ανήκει το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης των ραδιενεργών και ενεργειακών ορυκτών, της σμύριδας, του ορυκτού άλατος, των γηγενών αερίων, των φυσικών λιπασμάτων τα οποία θεωρούνται ως "εξηρημένα υπέρ του δημοσίου" ορυκτά. Ακόμη στο δημόσιο ανήκει το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης των λοιπών μεταλλευμάτων που εντοπίζονται στον Ελληνικό υποθαλάσσιο χώρο (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), στους πυθμένες των λιμνών καθώς και σε ορισμένες περιοχές που καλούνται "μεταλλευτικές περιοχές του δημοσίου" και που περιήλθαν σε αυτό με διάφορους τρόπους: α) βρίσκονται σε περιοχές στις οποίες το Δημόσιο έχει διενεργήσει έρευνες κατ' αποκλειστικότητα (πχ. με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4433/1964) β) προέρχονται από έκπτωση μεταλλειοκτητών στους οποίους είχε παραχωρηθεί στο παρελθόν το δικαίωμα έρευνας κι εκμετάλλευσης (δωρεές, εχθρικές περιουσίες μετά τη γερμανική κατοχή, έκπτωση μεταλλειοκτητων πριν από το 1973 κ.λ.π. ).

[Πέτρος Τζεφέρης]