-->

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Οι ιδιαιτερότητες του εξορυκτικού αναπτυξιακού τομέα

[του Πέτρου Τζεφέρη]

Οι ορυκτοί πόροι (ΟΠ) χαρακτηρίζονται από ορισμένες ιδιαιτερότητες που επηρεάζουν καθοριστικά τη χωροθέτηση και τη «βιώσιμη» διαχείρισή τους απαιτώντας ειδικές παρεμβάσεις:

1. Οι ορυκτοί πόροι (ΟΠ) δεν είναι «ανανεούμενοι». Είναι αλήθεια ότι η «μεταλλεία» και γενικότερα ο εξορυκτικός τομέας, στηρίζεται στην εκμετάλλευση φυσικών πόρων μη ανανεούμενων, παρά μόνο σε γεωλογική κλίμακα. Από γεωλογική άποψη, για την πλειονότητα των πρώτων υλών στον κόσμο δεν υπάρχει ένδειξη για επικείμενη φυσική έλλειψή τους. Ωστόσο, η γεωλογική διαθεσιμότητα δεν σημαίνει οπωσδήποτε δυνατότητα πρόσβασης στις πρώτες ύλες κι ακόμη δεν σημαίνει τίποτε για την ανταγωνιστικότητα της εξορυκτικής βιομηχανίας.

Εξάλλου, το ανανεώσιμο ή μη, ή καλύτερα ο ρυθμός ανανέωσης των πρωτογενών ορυκτών πόρων, δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο, την αναγκαία και ικανή συνθήκη για τον χαρακτηρισμό της «μεταλλείας» και γενικότερα της εκμετάλλευσης φυσικών πόρων ως διεργασίας βιώσιμης ή όχι. Επιπλέον, ακόμη κι αν τα πρωτογενή προϊόντα της «εξόρυξης» θεωρούνται μη ανανεώσιμοι πόροι, τα επεξεργασμένα προϊόντα της μεταλλείας , τα μέταλλα, είναι απείρως ανακυκλώσιμα. Αλλά και τα μη μεταλλικά προϊόντα (αδρανή υλικά κατεδαφίσεων, βιομηχανικά ορυκτά, κεραμικά, απόβλητα κατασκευών κλπ) είναι σε βάθος χρόνου ανακυκλώσιμα και μπορεί η χρήση τους να αναδιανέμεται σε άπειρους χρήστες.

2. Η ιδιαιτερότητα του γεωγραφικού εντοπισμού και η στενότητα των ΟΠ.
Οι ΟΠ χαρακτηρίζονται από την λεγόμενη «a priori» χωροθέτηση των κοιτασμάτων σε συγκεκριμένους χώρους. Η ιδιότητά τους του αυτή θέτει περιορισμούς ως προς τη χωροθέτηση μιας εξορυκτικής μονάδας (αλλά και μιας μονάδας επεξεργασίας) δεδομένου οτι αυτή πρέπει να εγκατασταθεί στο χώρο που υπάρχει το κοίτασμα. Ετσι η ιδιαιτερότητα αυτή των ΟΠ αφενός τους εντάσσει αυτόματα στις προτεραιότητες σχεδιασμού χρήσεων γης, αφετέρου όμως δημιουργεί θέματα αυξημένου ανταγωνισμού για διάφορες χρήσεις γης και επιπλέον απαιτεί αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο όσον αφορά την πρόσβαση στα κοιτάσματα ορυκτών.

Ειδικότερα σε περιπτώσεις υψηλής ποσοστιαίας συγκέντρωσης σημαντικών και σπανίων ΟΠ σε συγκεκριμένες χώρες, ο γεωγραφικός εντοπισμός (ή ο «γεωλογικός παράγων» όπως επίσης λέγεται) δημιουργεί μια ακόμη «παρενέργεια» με αντίκτυπο στην ασφάλεια εφοδιασμού και στην πρόσβαση στις ορυκτές πρώτες ύλες. Η  ΕΕ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές μετάλλων «υψηλής τεχνολογίας» (πχ κοβάλτιο, ο λευκόχρυσος, σπάνιες γαίες , τιτάνιο, ταντάλιο, νεοδίμιο κλπ) από τα οποία, έστω και σε μικρές ποσότητες, εξαρτάται άμεσα η μετάβαση στη βιώσιμη παραγωγή και στα φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα. Τα μέταλλα αυτά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη καινοτόμων οικολογικών τεχνολογιών για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Δυστυχώς, τα περισσότερα κοιτάσματά τους, δεν είναι διεσπαρμένα ανά την υφήλιο, αλλά εντοπίζονται σε μεγάλο βαθμό σε ορισμένες χώρες, επηρεάζοντας αρνητικά την πρόσβαση αλλά και την ασφάλεια του εφοδιασμού. Για παράδειγμα, το ταντάλιο, εντοπίζεται σε ποσοστό 80% μόνο στο Κονγκό.
Ένα ακόμη παράδειγμα αποτελούν τα υποθαλάσσια κοιτάσματα όπου απαντούν σε σημαντικές ποσότητες μέταλλα, μεταλλεύματα και πετρώματα, η οικονομική απόληψη των οποίων συνιστά μία από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές προκλήσεις της εποχής μας. Αυτά είναι εντοπισμένα με τη μορφή κονδυλωμάτων σε υποβρύχιες «καμινάδες» δηλ. σε σημεία όπου το μάγμα από τον άνω μανδύα βρίσκει διέξοδο στον πυθμένα του ωκεανού μέσω ρωγμών του φλοιού της Γης. Στην περίπτωση αυτή ο εντοπισμός καθιστά πολλές φορές τελείως απαγορευτική την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων με οικονομικό τρόπο.

3. Η εκμετάλλευση των ΟΠ οδηγεί σε ορατό και σημαντικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Η εξορυκτική δραστηριότητα είναι κατεξοχήν παρεμβατική προς το περιβάλλον (μόλυνση αέρα, γης και νερού, θόρυβος, αλλοίωση γεωμορφολογίας και τοπίου, παραγωγή αποβλήτων κλπ) δημιουργώντας ένα σαφέστατα ορατό περιβαλλοντικό αποτύπωμα αλλά και την αντικειμενική ανάγκη και πρόκληση για την «διαχείρισή» του.
Ωστόσο, το αποτύπωμα αυτό, μπορεί να είναι εμφανέστερο ενδεχομένως αλλά είναι το ίδιο προβλέψιμο και -υπό προϋποθέσεις- αναστρέψιμο όσο και εκείνο των περισσότερων αναπτυξιακών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τον φυσικό πλούτο και την «εκμετάλλευσή» του. Και υπάρχουν τεχνικές για τον a priori περιορισμό του αλλά και τον a posteriori περιορισμό των επιπτώσεων και την αποκατάσταση του τοπίου. Το ζητούμενο δεν είναι να το αποσιωπήσει κανείς αλλά να το δει στις πραγματικές του διαστάσεις. Να γνωρίζει επακριβώς τα δεδομένα και, στα πλαίσια πολιτικών για το περιβάλλον και τη βιώσιμη ανάπτυξη, να δώσει αναπτυξιακές λύσεις.

4. Τέλος η εξορυκτική βιομηχανία είναι ευάλωτη και άρρηκτα συνδεδεμένη με τις εθνικές και διεθνείς οικονομικοπολιτικές συγκυρίες.