-->

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Ορυκτοί Πόροι και Μελλοντική Στρατηγική ΕΕ - 2020 (συνέχεια)

Η εξορυκτική βιομηχανία εκπληρώνει μια επιτακτική κοινωνική ανάγκη και σε καμία περίπτωση δεν παράγει για τον «εαυτό της». Παράγει ανταποκρινόμενη στις ανάγκες της κοινωνίας μας για οικιστική ανάπτυξη, αυτοκίνηση, δρόμους, λιμάνια, κάθε είδους προϊόντα καθημερινής χρήσης αλλά και για την ψηφιακή οικονομία.

Δυστυχώς, όμως, η κοινωνία μας, και ιδιαίτερα ο πολίτης, που σήμερα και ακόμη περισσότερο στο μέλλον, γεννιέται και μεγαλώνει στην πόλη, δεν συνειδητοποιεί το βαθμό και την έκταση που η καθημερινή του ζωή και ευημερία εξαρτάται από φυσικούς κι ορυκτούς πόρους. Μόνο αν συνειδητοποιήσουμε την εξάρτησή μας από τα ορυκτά, θα μπορέσουμε να τους δώσουμε τη σημασία που πρέπει και, έτσι, θα μπορέσουμε στη συνέχεια να ενεργοποιηθούμε και να δράσουμε υπεύθυνα, με στόχους: από την πλευρά της κατανάλωσης, την αποδοτικότερη χρήση, την ανακύκλωση και την επαναχρησιμοποίηση των φυσικών πόρων και, από την πλευρά της προσφοράς τη διαμόρφωση συγκροτημένης στρατηγικής και διαδικασιών για τη διασφάλιση των αναγκαίων ορυκτών πρώτων υλών.

Η μεταλλευτική παραγωγή, όπως και άλλες βιομηχανικές δραστηριότητες, έχει δεχθεί έντονη κοινωνική κριτική για τις επιπτώσεις που προκαλεί στο περιβάλλον και τον τρόπο που διαχειρίζεται και αντιμετωπίζει τους σχετικούς κινδύνους. Εντούτοις, η μεταλλευτική βιομηχανία, με την ανάπτυξη βέλτιστων τεχνικών (ΒΑΤ’s) και προτύπων, την (επαν) αξιοποίηση, την διαχειριστική βελτίωση και την ανακύκλωση των αποβλήτων και παραπροϊόντων που παράγει, είναι σε θέση πλέον να περιορίζει ολοένα και περισσότερο το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα. Εξάλλου, όλες οι λύσεις που αφορούν την «πράσινη» ανάπτυξη, την ψηφιακή τεχνολογία της πληροφορικής και επικοινωνιών (TΠE), τα έξυπνα ενεργειακά δίκτυα και τις εναλλακτικές δυνατότητες των ΑΠΕ βασίζονται στη χρήση ορυκτών πόρων, των σπάνιων γαιών. Τα μέταλλα αυτά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης,τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, τη μαζική παραγωγή ηλεκτρικών/ηλεκτρονικών προϊόντων.

Παράλληλα, θα πρέπει να γίνει κατανοητό και να ληφθεί σοβαρά υπόψιν στη διαμόρφωση της μελλοντικής πολιτικής της ΕΕ, ότι η «εξαγωγή» εξορυκτικών και των σχετικών τους δραστηριοτήτων σε χώρες που δεν υποχρεώνονται σε αυστηρές πρακτικές αντίστοιχες με αυτές της Ευρώπης, μεταφέρει μεν τα προβλήματα περιβάλλοντος πέρα από τη δική μας γειτονιά (NIMBY) αλλά σε καμία περίπτωση δεν τα λύνει, καθώς η επιδείνωση του παγκόσμιου περιβάλλοντος δεν υπακούει στη λογική των συνόρων αλλά αφορά τον πλανήτη μας συνολικά («H πίσω αυλή μας είναι ο ίδιος ο πλανήτης»). Μόνο αν συνειδητοποιήσουμε και αποδεχτούμε αυτά τα ζητήματα, θα μπορέσουμε να δράσουμε συντονισμένα και ορθολογικά, και με τις κατάλληλες πολιτικές, διαδικασίες και μέτρα, που θα μας επιτρέπουν την πρόσβαση στους φυσικούς πόρους, διασφαλίζοντας ένα βιώσιμο μέλλον για όλους μας, χωρίς να διακυβεύεται η προστασία του περιβάλλοντος και η κοινωνική συνοχή.

Συμπερασματικά, θεωρούμε ότι σημαντική θέση στην υπό διαμόρφωση στρατηγική της οικονομίας της γνώσης και της καινοτομίας που οριοθετείται σήμερα για το 2020, θα πρέπει να έχει και η στοχευμένη εκμετάλλευση του Ορυκτού Πλούτου και μάλιστα κατά προτεραιότητα από εγχώριες πηγές εντός της ΕΕ. Για να διαμορφωθεί το νέο όραμα στο οποίο προσβλέπουμε (και σαν Χώρα αλλά και σαν ΕΕ), θα πρέπει όχι να παραγκωνίσουμε τους φυσικούς και Ορυκτούς Πόρους αλλά να αναγνωρίσουμε ότι η προσεκτική χρήση ενέργειας, φυσικών πόρων και πρώτων υλών, η αποδοτικότερη χρήση τους και η αύξηση της παραγωγικότητας θα είναι οι βασικοί μοχλοί αύξησης της μελλοντικής ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας μας και των οικονομιών μας. Οχι με αποκλεισμούς και αναπτυξιακές μονοκαλλιέργειες αλλά με την βιομηχανική οικολογία (industrial ecology), την οικο-αποδοτικότητα (eco-efficiency), την καλύτερη επιμελητεία υλικών (materials stewardship), την στοχευμένη έρευνα, την περιβαλλοντική καινοτομία κι ευθύνη (eco-innovation, eco-liability). Και φυσικά την παιδεία.