-->

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Εξορυκτική δραστηριότητα και τοπικές κοινωνίες

Οι θέσεις των τοπικών κοινωνιών, που άμεσα δέχονται τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ομαλή ανάπτυξη των εξορυκτικών εκμεταλλεύσεων. Οι εποχές που οι μεγάλες εκμεταλλεύσεις διαμόρφωναν χαρακτηριστικά «γκέτο» για τις γύρω περιοχές έχουν παρέλθει.


Δυστυχώς η κοινή γνώμη και ιδιαίτερα οι τοπικές κοινωνίες αμφισβητούν ακόμα και ειλικρινείς προθέσεις για βιώσιμες εκμεταλλεύσεις, γιατί μόλις τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σημαντικός αριθμός περιπτώσεων αποκατάστασης τοπ περιβάλλοντος. Εξάλλου και η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τις πρώτες ύλες (G.Verheugen), αν και αποτελεί σημαντικό κείμενο πολύπλευρης ανάγνωσης, παρακάμπτει σε μεγάλο βαθμό το ρόλο των τοπικών κοινωνιών και των ΜΚΟ στο ευρύτερο ζήτημα της εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου.

Όμως για την απρόσκοπτη ανάπτυξη μιας εκμετάλλευσης του ορυκτού μας πλούτου είναι αναγκαία η τριμερής σύμπραξη, σε βάση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, α) του φορέα της εκμετάλλευσης, β) της πολιτείας μέσω των φορέων της αδειοδότησης και ελέγχου και γ) των τοπικών κοινωνιών και περιβαλλοντικών ΜΚΟ.

Α) Ο φορέας εκμετάλλευσης υποχρεούται όχι μόνο να εφαρμόζει αποτελεσματικά τις υποχρεώσεις του για την προστασία του περιβάλλοντος, των εργαζομένων και των πολιτών καθώς και για την ορθολογική εκμετάλλευση του κοιτάσματος, αλλά και να καταρτίζει με τη συμμετοχή των πολιτών πρόγραμμα δράσεων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (EKE) και ιδιαίτερα περιβαλλοντικής εταιρικής ευθύνης, δηλαδή δράσεων, που θεωρούνται αναγκαίες από τις τοπικές κοινωνίες κατά την εξέλιξη της εκμετάλλευσης, αλλά όμως δεν προκύπτουν ως νομικές υποχρεώσεις.

Β) Η δημόσια διοίκηση είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας και των επί μέρους περιβαλλοντικών όρων, που τίθενται για την ανάπτυξη των εξορυκτικών δραστηριοτήτων, την προστασία και αποκατάσταση του περιβάλλοντος. Βασικές προϋποθέσεις είναι ο εκσυγχρονισμός του νομικού πλαισίου και η ενίσχυση και αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ελέγχου που δεν επαρκούν.

Γ) Στο πλαίσιο του κοινωνικού ελέγχου και της βιώσιμης ανάπτυξης, οι φορείς των τοπικών κοινωνιών και των ΜΚΟ, έχουν πλέον στη διάθεσή τους ισχυρά θεσμικά μέσα που αποτελούν τη βάση της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ

  • τη σύμβαση του Aarhus, που κυρώθηκε με το νόμο 3422/2005 για την πρόσβαση των πολιτών στην περιβαλλοντική πληροφορία και την διασφάλιση της συμμετοχής τους στις αποφάσεις που έχουν περιβαλλοντικές επιπτώσεις. 
  •  Την κοινοτική οδηγία 2004/35/ΕΚ για την περιβαλλοντική ευθύνη, η οποία εναρμονίστηκε στην ελληνική νομοθεσία με το Π.Δ. 148/09.
  • Την βασική η αρχή της πρόληψης, η οποία έχει συμπληρωθεί τα τελευταία χρόνια με την αρχή της προφύλαξης. Ορίζει ότι, όταν μια δραστηριότητα δημιουργεί απειλές στο περιβάλλον ή στην ανθρώπινη υγεία, πρέπει να λαμβάνονται προφυλακτικά μέτρα, ακόμα και αν η σχέση αιτίας-αποτελέσματος δεν έχει πλήρως βεβαιωθεί επιστημονικά. Σύμφωνα με ορισμένη προσέγγιση, τα μέτρα πρέπει να λαμβάνονται όταν οι απειλούμενες βλάβες είναι σοβαρές και μη αναστρέψιμες. Κι ακόμη:
  • Την κοινοτική Οδηγία 2006/21/ΕΚ για τη διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας, όπως εναρμονίστηκε πρόσφατα στην ελληνική νομοθεσία, ΚΥΑ 39624/2209/Ε103/2009.
  • Tην νομολογία, όπως έχει διαμορφωθεί από τις σχετικές αποφάσεις του ΣτΕ με βάση τις χωροταξικές και περιβαλλοντικές συνταγματικές επιταγές.
Οι τοπικές κοινωνίες και ιδιαίτερα οι ενεργοί πολίτες τους, αποτελούν πια μία κοινωνική δύναμη παρέμβασης, που κανείς δεν μπορεί να αγνοεί. Η δράση τους έχει το έρεισμα της κοινωνικής αποδοχής, την ηθική νομιμοποίηση του πανανθρώπινου αιτήματος για ένα καθαρότερο περιβάλλον και μία αναβαθμισμένη ή έστω αποδεκτή ποιότητα ζωής.

Eντούτοις, σε κάθε περίπτωση και χωρίς εκπτώσεις σε ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος, θα πρέπει κι αυτές να λαμβάνουν υπόψιν ότι η βιώσιμη ανάπτυξη έχει την περιβαλλοντική, αλλά και την οικονομική και κοινωνική της διάσταση. Με απλά λόγια, για να είναι εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα ένας γεωλογικός σχηματισμός, πρέπει η εκμετάλλευσή του, στο σημερινό τεχνολογικό επίπεδο, να εκτιμάται αλλά και να παραμένει στην εξέλιξή της οικονομική, συνυπολογιζομένης της δαπάνης για όλα τα απαιτούμενα μέτρα προστασίας και αποκατάστασης του περιβάλλοντος. Διαφορετικά μεταπίπτουμε από την «αειφόρο» ανάπτυξη στο «αειφόρο» τίποτε…