-->

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019

Ορυκτά και πετρώματα στο Αιγαίο: μία διαχρονική σχέση με την εξέλιξη του πολιτισμού

[Διάλεξη του Βασίλη Μέλφου, Αναπληρωτή Καθηγητή Κοιτασματολογίας-Γεωχημείας , Τομέας Ορυκτολογίας, Πετρολογίας, Κοιτασματολογίας, Τμήμα Γεωλογίας, Α.Π.Θ. ]

Το Αριστοτέλειο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης (ΑΜΦΙΘ) και ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ) διοργάνωσαν διάλεξη του Αναπληρωτή Καθηγητή Βασίλη Μέλφου στο νέο χώρο του Μουσείου στο λιμάνι Θεσσαλονίκης την Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019. Η Εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Έκθεσης με θέμα «Τα Ορυκτά και ο Άνθρωπος» που συνδιοργανώνεται από το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, τον ΣΜΕ και το ΑΜΦΙΘ.

Ο Διευθυντής του ΑΜΦΙΘ, Καθηγητής Γεωλογίας κ. Σ. Παυλίδης, καλωσορίζοντας τους περισσότερους από 100 παρευρισκομένους, παρουσίασε στοιχεία από την δράση του Μουσείου και τις προσπάθειες που έγιναν για να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη αυτό το «διαμάντι» εκλαϊκευμένης επιστήμης και πολιτισμού, συνέργεια του Α.Π.Θ. με το Δήμο Θεσσαλονίκης. Επίσης αναφέρθηκε εκτενώς στην εξαιρετικά επιτυχημένη Έκθεση, την οποία σε δύο μήνες έχουν επισκεφθεί περισσότερα από 12.000 άτομα. Στην συνέχεια ο κ. Μέλφος παρουσίασε στο κοινό την σχέση του ορυκτού πλούτου στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου και αναφέρθηκε στον σημαντικό ρόλο που έπαιξε στην ανάπτυξη του Ελληνικού Πολιτισμού.

Όπως είπε ο κ. Μέλφος, η Ελλάδα έχει μία εξαιρετική γεωλογική ιστορία που σχετίζεται με την σύγκλιση της Αφρικανικής τεκτονικής πλάκας με την Ευρασιατική, στον χώρο του Αιγαίου. Η σύγκλιση αυτή σχετίζεται με πλήθος σύνθετων γεωλογικών φαινομένων που έχουν προκαλέσει το σχηματισμό σημαντικών πετρωμάτων και ορυκτών. Στο Αιγαίο αναπτύχθηκε ένα πλήθος πολιτισμών από τα Προϊστορικά χρόνια και από τότε η θάλασσα δεν έμεινε στιγμή αταξίδευτη και οι άνθρωποι αναζήτησαν στα νησιά και στα παράλια πρώτες ύλες μετατρέποντας τους υδάτινους δρόμους σε διαύλους επικοινωνίας, εμπορικών συναλλαγών και γνώσης.


Ο οψιδιανός (ή οψιανός) της Μήλου χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τους κατοίκους του Αιγαίου κατά την προϊστορική περίοδο για την κατασκευή εργαλείων και όπλων εξαιτίας της σκληρότητάς του. Τα ηφαιστειακά πετρώματα των Κυκλάδων αποτέλεσαν από τη Νεολιθική περίοδο (6.500 π.Χ.) και μέχρι πρόσφατα την σημαντικότερη πρώτη ύλη για τις μυλόπετρες που κατασκευαζόταν στο Αιγαίο και μεταφερόταν σε όλη την Μεσόγειο. Στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου αλλά και στο Λαύριο και σε πολλά μεταλλεία της Ελλάδας εξορυσσόταν οι Γαίες και οι Χρωστικές ύλες από την Προϊστορική Εποχή έως πρόσφατα. Οι πρώτες ύλες ήταν συγκεκριμένες και ποίκιλαν ανάλογα με το χρώμα ή με τις ιδιότητές τους, ενώ συνετέλεσαν στην δημιουργία ενός δικτύου συναλλαγών και εμπορίου που βοήθησε στην ανάπτυξη της οικονομίας. Οι σημαντικότερες Γαίες ήταν η Κιμωλία Γη, η Λημνία Γη που υπήρξε το πρώτο τυποποιημένο φάρμακο στην ιστορία της Ιατρικής, η Θηραϊκή Γη, σπουδαίο οικοδομικό υλικό από την Σαντορίνη, και η Στυπτηρία Γη, που ήταν ο αλουνίτης και είχε φαρμακευτικές κυρίως χρήσεις.

Τα ολόλευκα μάρμαρα ήταν στενά συνδεδεμένα με τις κοινωνικές, θρησκευτικές και οικονομικές εκδηλώσεις της ζωής των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά τα φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά του. Έτσι μπορούσαν να εκφράσουν την αρμονία και τις αναλογίες στην αρχιτεκτονική και στη γλυπτική. Τα μάρμαρα της Πεντέλης, της Πάρου, της Νάξου, της Θάσου αλλά και αργότερα οι ποικιλόχρωμοι διακοσμητικοί λίθοι από την Κάρυστο, την Σκύρο, την Λάρισα, την Χίο, την Λακωνία και αλλού, διακινήθηκαν σε όλη την Μεσόγειο και την Ευρώπη για τουλάχιστον 2.500 χρόνια, όσο καμία άλλη πρώτη ύλη.

Η χρήση των μετάλλων σαν πρώτες ύλες για την ανάπτυξη του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, καθώς και η μεγάλη αξία τους αποτέλεσαν την αφορμή για πολέμους, συμμαχίες και μεγάλες εκστρατείες. Η Αργοναυτική Εκστρατεία για το Χρυσόμαλλο Δέρας και ο Τρωικός Πόλεμος, περίπου το 1.200 π.Χ. και οι δύο, είχαν στόχο τον έλεγχο της εξόρυξης και της διακίνησης του χρυσού, του αργύρου, του χαλκού και του σιδήρου στην ΝΑ Ευρώπη. Πολύ αργότερα η κλασική περίοδος των αρχαίων Ελλήνων και η δύναμη των Αθηναίων συνδέεται με την ευρεία παραγωγή αργύρου από μεταλλεύματα γαληνίτη όπως αυτά στο Λαύριο, στην Μήλο, στη Θάσο, στην Παλιά Καβάλα και αλλού. Αμέσως μετά, ο Φίλιππος Β’ δημιούργησε ένα παντοδύναμο Μακεδονικό κράτος με τον χρυσό και τον άργυρο από τα μεγάλα κοιτάσματα της Μακεδονίας και της Θράκης (Γαλλικός ποταμός, Θάσος, Παλιά Καβάλα, Παγγαίο κ.ά.), αλλά και των Νοτίων Βαλκανίων. Στα μέταλλα αυτά και στα νομίσματα που έκοψε ο Φίλιππος Β’ οφείλεται η παντοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η επιτυχής εκστρατεία εναντίον των Περσών.

Ο πυρετός των μετάλλων επανήλθε στο Αιγαίο από τα μέσα του 19ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα. Από πολλά νησιά του Αιγαίου όπως η Σέριφος, η Μήλος, η Κίμωλος, η Κύθνος, η Νάξος, η Θάσος και πολλά άλλα, εξορύχθηκαν τόνοι σιδήρου, μαγγανίου, χαλκού, μολύβδου, αργύρου, αντιμονίου, χρωμίτη. Αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα άρχισαν τότε να λειτουργούν μεταλλεία στο Λαύριο, στο Στρατώνι, στο Βούρινο, στην Γερακινή, στην Εύβοια. Χιλιάδες εργαζόμενοι, ντόπιοι ή ξένοι, εργάστηκαν σε έναν από τους βαρύτερους κλάδους της βιομηχανίας φέρνοντας στην επιφάνεια τα πολύτιμα ορυκτά. Τα μεταλλεύματα που εξορύσσονταν μεταφέρονταν με πλοία στα μεγαλύτερα λιμάνια όλου του κόσμου. Στο Λαύριο αναπτύχθηκε ταχύτατα η εγκατάσταση πλυντηρίων, καμίνων και φούρνων και νέες μεταλλουργικές μέθοδοι εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά παγκοσμίως.

Η μοναδική απόληψη χρυσού μέχρι σήμερα στην σύγχρονη Ελλάδα έγινε στον Γαλλικό ποταμό όπου μία βυθοκόρος που ανήκε στα «Χρυσορυχεία Βορείου Ελλάδος» με την οπoία εξορύχθηκαν από τα ιζήματα του ποταμού περίπου 1355 κιλά χρυσού, από το 1953 έως το 1960. Σήμερα ο «μεταλλευτικός πυρετός» του παρελθόντος στο Αιγαίο έχει σταματήσει. Ελάχιστες επιχειρήσεις συνεχίζουν δυναμικά να λειτουργούν μεταλλεία και ορυχεία στη Μήλο, την Χαλκιδική, την Λάρυμνα, τον Παρνασσό, την Εύβοια, τη Νίσυρο. Η Ελλάδα κατέχει παγκοσμίως και στην Ευρωπαϊκή Ένωση υψηλές θέσεις στην εξόρυξη μπετονίτη, περλίτη, ποζολάνης, μαγνησίτη, αταπουλγίτη, χουντίτη, χρυσοφόρων και αργυρούχων μεικτών θειούχων, λατερίτη, βωξίτη, ελαφρόπετρας και πολλών άλλων πρώτων υλών.

Παράλληλα η εξορυκτική βιομηχανία του μοναδικού Ελληνικού λευκού-λευκότεφρου μαρμάρου επανέρχεται δυναμικά τα τελευταία χρόνια. Το δολομιτικό μάρμαρο της Θάσου έχει μεγάλη φήμη στην Κίνα αλλά και στον αραβικό κόσμο λόγω του εξαιρετικού λευκού χρώματός του που προσφέρει μία επιβλητική πολυτέλεια. Εκτός από την Θάσο, η Καβάλα, η Δράμα, η Ημαθία, η Κοζάνη, η Αργολίδα, η Ανατολική Αττική, η Πάρος, η Νάξος, η Τήνος, μεταξύ άλλων περιοχών της Ελλάδας, εξακολουθούν να προσφέρουν το πολύτιμο μάρμαρο για πλήθος εφαρμογών σε όλο τον κόσμο.

Όμως στο υπέδαφος του Ενεργού Ηφαιστειακού Τόξου του Νοτίου Αιγαίου αυτή τη στιγμή δημιουργείται ο ορυκτός πλούτος του μέλλοντος. Κάτω από τα ηφαίστεια του Αιγαίου σχηματίζονται σήμερα μεγάλα κοιτάσματα πολύτιμων και σπανίων μετάλλων, τα οποία όμως θα είναι διαθέσιμα σε λίγα εκατομμύρια χρόνια.